ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΜΠΕΡΤΖΕΛΕΤΟΣ

Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος,

Πτυχ. Χαροκοπείου Πανεπιστημίου

MSc Δημόσια Υγεία

 

ΕΥΕΡΕΘΙΣΤΟ ΕΝΤΕΡΟ

 

Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου αποτελεί διαταραχή που εμφανίζεται στους ενήλικες σε ποσοστό πάνω από 20%, με τις γυναίκες να κατέχουν το τριπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τους άντρες. Άλλες ονομασίες αυτής της διαταραχής είναι η σπαστική κολλίτιδα ή βλεννώδης κολλίτιδα.

Το ΣΕΕ αποτελεί σύμπλεγμα συμπτωμάτων, με συχνότερα τον κοιλιακό πόνο, τον τυμπανισμό, τις διάρροιες, τη δυσκοιλιότητα, τη δημιουργία αερίων στο έντερο. Το ΣΕΕ δεν αντιμετωπίζεται ως ασθένεια, διότι δεν χαρακτηρίζεται από αλλαγές στη φυσιολογία του εντέρου, ούτε από οργανικές αλλοιώσεις. Δεν γίνεται να θεραπευτεί μέσω κάποιας επέμβασης ή φαρμακευτικής αγωγής, αλλά και ούτε απειλεί τη ζωή του ατόμου.

Η ακολουθία της θεραπείας του ΣΕΕ στοχεύει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με τη διατροφή να παίζει κυρίαρχο ρόλο. Σε ορισμένα άτομα χρειάζεται ψυχολογική υποστήριξη για μείωση του στρες, ενώ και η τακτική φυσική δραστηριότητα συντελεί στην άμβλυνση των συμπτωμάτων, μέσω της μείωσης του άγχους και της καλής λειτουργίας του εντέρου.          

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τη διατροφή, για τη θεραπεία του ΣΕΕ προτείνεται δίαιτα πλούσια σε φυτικές ίνες. Οι φυτικές ίνες είτε οι διαλυτές (πχ βρώμη, πορτοκάλια, φασόλια, αρακάς), είτε οι αδιάλυτες (πχ ακατέργαστο πίτουρο), συμβάλλουν στη καλή λειτουργία του εντέρου.

Ατομα που πάσχουν από δυσκοιλιότητα εμφανίζουν βελτίωση μετά από αυξημένη πρόσληψη φυτικών ινών. Μάλιστα η κατανάλωση του ακατέργαστου πίτουρου οφείλει να γίνεται σε συνδυασμό με υψηλή κατανάλωση νερού. Έτσι, η σύσταση των κοπράνων γίνεται μαλακότερη, κάτι που καθιστά πιο εύκολο το πέρασμά τους από το παχύ έντερο, άρα και πιο «άνετη» αφόδευση.

Όμως υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος, όπου μία διατροφή πλούσια σε διαιτητικές ίνες μπορεί να επιτείνει συμπτώματα όπως φούσκωμα, πρήξιμο, διάρροιες. Στα άτομα αυτά προτείνεται η μείωση της πρόσληψης άπεπτων ινών (πχ όσπρια, λάχανο) και η ελάττωση της κατανάλωσης φρούτων και φυσικών χυμών.

Υπάρχουν, επίσης, άτομα που παρουσιάζουν ευαισθησία στην αυξημένη κατανάλωση καφεϊνης, όπως και στην κατανάλωση σορβιτόλης που είναι υποκατάστατο της ζάχαρης. Στην περίπτωση αυτών των ατόμων συστήνεται ο περιορισμός της κατανάλωσης τροφίμων που είναι πλούσια σε αυτές τις ουσίες.       Όμως και τα γαλακτοκομικά και το αλκοόλ μπορούν με τη σειρά τους να επιτείνουν τα συμπτώματα του ΣΕΕ. Έτσι, φρόνιμο είναι σε περίοδο έξαρσης να μην καταναλώνονται αλκοολούχα ποτά και γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως το τυρί και το γάλα. Αντίθετα, τα «προβιοτικά», που είναι στελέχη ζωντανών βακτηρίων, που προσθέτονται σε τρόφιμα όπως το γιαούρτι, μπορεί να έχουν θετική επίδραση απέναντι στο ΣΕΕ.

Τέλος, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η συχνότητα των γευμάτων στην πρόληψη και αντιμετώπιση του ΣΕΕ. Συστήνονται μικρά και συχνά γεύματα, 4-6 στον αριθμό, καθώς ένα μεγάλο γεύμα μπορεί να προκαλέσει διάρροιες, κοιλιακές κράμπες.

Ασφαλώς και δεν πρέπει να γίνονται αποκλεισμοί τροφών, κάτι που μπορεί να προκαλέσει ανισορροπία σε θρεπτικά συστατικά, άρα και περισσότερα προβλήματα. Οι δίαιτες, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, θα πρέπει να πραγματοποιούνται υπό την επίβλεψη ιατρού και διαιτολόγου. Ο διαιτολόγος, κατά κύριο λόγο, μπορεί να προτείνει εναλλακτικά τρόφιμα για την πρόληψη ελλείψεων σε θρεπτικά συστατικά.